μέλα


μέλα
μέλᾱ , μέλη
fem nom/voc/acc dual
μέλᾱ , μέλη
fem nom/voc sg (doric aeolic)
μέλᾱ , μέλος
limb
neut nom/voc/acc pl (doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Μέλα — Μέλας black masc voc sg (epic) Μέλᾱ , Μέλης masc nom/voc/acc dual (doric) Μέλης masc voc sg (doric) Μέλᾱ , Μέλης masc gen sg (doric aeolic) Μέλης masc nom sg (epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μελά — Ακατοίκητος πεδινός οικισμός (υψόμ. 110 μ.) της Σκύρου. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Σκύρου του νομού Ευβοίας …   Dictionary of Greek

  • Μέλ' — Μέλα , Μέλας black masc voc sg (epic) Μέλα , Μέλης masc voc sg (doric) Μέλα , Μέλης masc nom sg (epic doric) Μέλαι , Μέλης masc nom/voc pl (doric) Μέλᾱͅ , Μέλης masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μέλας — Μέλᾱς , Μέλας black masc nom sg Μέλας black masc nom/voc sg Μέλᾱς , Μέλης masc acc pl (doric) Μέλᾱς , Μέλης masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μέλας — μέλᾱς , μέλας black masc nom sg μέλᾱς , μέλη fem acc pl μέλᾱς , μέλη fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μέλασι — Μέλᾱσι , Μέλας black masc dat pl (attic epic ionic) Μέλας black masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μέλασιν — Μέλᾱσιν , Μέλας black masc dat pl (attic epic ionic) Μέλας black masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Мела, Наталия — Наталия Мела (греч. Ναταλία Μελά, Кифисия, Афины, род. 1923 год)  современная греческая скульптор …   Википедия

  • Давакис, Константинос — Константинос Давакис (греч. Κωνσταντίνος Δαβάκης Кехрианика, Лакония 1897 год  Адриатическое море январь 1943 года)  полковник греческой армии, самый известный греческий офицер Греко итальянской войны 1940 года (Итало греческая… …   Википедия

  • μέλας — I Επώνυμο μεγάλης ηπειρωτικής οικογένειας με καταγωγή από τα Ιωάννινα. Μετά τον φόνο του αρματολού Γιάννου Μ. και τη δήμευση της μεγάλης αγροτικής περιουσίας της οικογένειας από τους Τούρκους κατά τα μέσα του 17ου αι., πολλά μέλη της αναγκάστηκαν …   Dictionary of Greek